어떤 여자가 방탕한 남자와 함께 살고 있었습니다. 그 여자 자신도 전에는 방탕했습니다. 그러나 그리스도의 가르침을 알게 되자 스스로 절제하게 되었고 남편도 그렇게 살도록 설득하려 했습니다. 그 가르침을 전하며, 절제와 바른 이성을 따라 살지 않는 이들은 장차 영원한 불에서 벌을 받는다고 일러 주었습니다. 그러나 남편은 같은 방탕을 계속하여, 자기 행동으로 아내의 마음이 떠나게 했습니다. 여자는 자연의 법과 정의에 어긋나게 온갖 방법으로 쾌락을 얻으려는 남편과 더는 함께 잠자리에 드는 것이 옳지 않다고 여겼습니다. 그래서 혼인 관계를 끝내고 싶어 했습니다. 그러나 가까운 사람들이 남편이 언젠가 달라질 가망이 있다며 좀 더 기다리라고 거듭 권하자, 마음을 억누르며 함께 지냈습니다. 그 뒤 남편이 알렉산드리아에 가서 더 심한 일을 저지른다는 소식이 전해졌습니다. 그 여자는 혼인을 유지하며 함께 먹고 자다가 남편의 불의하고 불경한 행실에 동참하게 되지 않으려고, 여러분이 레푸디움이라고 부르는 이혼 통지를 보내고 헤어졌습니다. 이 훌륭하고 선량하다는 남편은 마땅히 기뻐했어야 합니다. 아내가 전에는 술과 온갖 악행을 즐기며 하인들과 품꾼들 사이에서 거리낌 없이 하던 일을 그만두었고, 남편도 같은 일을 그만두기를 원했기 때문입니다. 그러나 그는 이를 원하지 않았고, 아내가 떠나자 그 여자가 그리스도인이라며 고발했습니다. 여자는 황제이신 당신께 청원서를 올려, 먼저 자기 일을 정리할 시간을 허락해 달라고 청했습니다. 그 일을 마친 뒤 고발 내용에 관해 변론하겠다는 것이었습니다. 당신께서는 이를 허락하셨습니다. 그 여자의 전남편은 이제 당장 그녀를 상대로 더 말할 수 없게 되자, 그 여자에게 그리스도교를 가르친 프톨레마이오스라는 사람에게 다음과 같은 방식으로 방향을 돌렸습니다. 그는 우르비쿠스가 불러들인 사람이었습니다. 그는 자기 친구인 백인대장을 설득해 프톨레마이오스를 붙잡고, 그리스도인이냐는 것만 묻게 했습니다. 그 백인대장이 프톨레마이오스를 투옥했습니다. 프톨레마이오스는 진리를 사랑하고 속임수나 거짓말을 마음에 품지 않은 사람이었으므로, 자신이 그리스도인임을 고백했습니다. 백인대장은 그를 감옥에 가두고 오랫동안 괴롭혔습니다. 마침내 그가 우르비쿠스 앞에 끌려갔을 때에도, 그리스도인이냐는 바로 그 한 가지만 물었습니다. 그는 그리스도의 가르침을 통해 자신이 얻은 좋은 것들을 알고 있었으므로, 이번에도 그 신성한 덕의 가르침을 고백했습니다. 무언가를 부인하는 사람은 그것을 나쁘다고 판단해 거부하거나, 자신이 그 일에 합당하지 않고 무관하다고 생각하여 고백을 피합니다. 참된 그리스도인에게는 어느 쪽도 해당하지 않습니다. 우르비쿠스가 그를 끌고 가라고 명령하자, 그리스도인이었던 루키오스라는 사람이 이처럼 불합리한 판결을 보고 우르비쿠스에게 말했습니다. “간음이나 음행, 살인이나 절도, 강도나 그 밖의 어떤 범죄를 저질렀다는 증거도 없는데, 그리스도인이라는 이름을 인정했다는 이유로 이 사람을 벌한 까닭이 무엇입니까? 우르비쿠스여, 당신의 판결은 경건하신 황제께도, 철학자인 카이사르의 아드님께도, 거룩한 원로원에도 어울리지 않습니다.” 그는 다른 대답 없이 루키오스에게 말했습니다. “너도 그런 사람인 모양이구나.” 루키오스가 “그렇습니다”라고 하자, 그도 끌고 가라고 명령했습니다. 루키오스는 오히려 감사한다고 말했습니다. 그런 악한 주인들에게서 벗어나 하늘의 아버지이자 왕께로 간다는 것을 알았기 때문입니다. 또 다른 세 번째 사람이 나서자 그에게도 형벌이 선고되었습니다.
Γυνή τις συνεβίου ἀνδρὶ ἀκολασταίνοντι, ἀκολασταίνουσα καὶ αὐτὴ πρότερον. Ἐπεὶ δὲ τὰ τοῦ Χριστοῦ διδάγματα ἔγνω, αὐτὴ ἐσωφρονίσθη καὶ τὸν ἄνδρα ὁμοίως σωφρονεῖν πείθειν ἐπειρᾶτο, τὰ διδάγματα ἀναφέρουσα, τήν τε μέλλουσαν τοῖς οὐ σωφρόνως καὶ μετὰ λόγου ὀρθοῦ βιοῦσιν ἔσεσθαι ἐν αἰωνίῳ πυρὶ κόλασιν ἀπαγγέλλουσα. Ὁ δὲ ταῖς αὐταῖς ἀσελγείαις ἐπιμένων ἀλλοτρίαν διὰ τῶν πράξεων ἐποιεῖτο τὴν γαμετήν. Ἀσεβὲς γὰρ ἡγουμένη τὸ λοιπὸν ἡ γυνὴ συγκατακλίνεσθαι ἀνδρί, παρὰ τὸν τῆς φύσεως νόμον καὶ παρὰ τὸ δίκαιον πόρους ἡδονῆς ἐκ παντὸς πειρωμένῳ ποιεῖσθαι, τῆς συζυγίας χωρισθῆναι ἐβουλήθη. Καὶ ἐπεὶ ἐξεδυσωπεῖτο ὑπὸ τῶν αὐτῆς, ἔτι προσμένειν συμβουλευόντων, ὡς εἰς ἐλπίδα μεταβολῆς ἥξοντός ποτε τοῦ ἀνδρός, βιαζομένη ἑαυτὴν ἐπέμενεν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ταύτης ἀνὴρ εἰς τὴν Ἀλεξάνδρειαν πορευθεὶς χαλεπώτερα πράττειν ἀπηγγέλθη, ὅπως μὴ κοινωνὸς τῶν ἀδικημάτων καὶ ἀσεβημάτων γένηται μένουσα ἐν τῇ συζυγίᾳ καὶ ὁμοδίαιτος καὶ ὁμόκοιτος γινομένη, τὸ λεγόμενον παρ᾿ ὑμῖν ῥεπούδιον δοῦσα ἐχωρίσθη. Ὁ δὲ καλὸς κἀγαθὸς ταύτης ἀνήρ, δέον αὐτὸν χαίρειν, ὅτι, ἃ πάλαι μετὰ τῶν ὑπηρετῶν καὶ τῶν μισθοφόρων εὐχερῶς ἔπραττε, μέθαις χαίρουσα καὶ κακίᾳ πάσῃ, τούτων μὲν τῶν πράξεων πέπαυτο καὶ αὐτὸν τὰ αὐτὰ παύσασθαι πράττοντα ἐβούλετο, μὴ βουλομένου ἀπαλλαγείσης κατηγορίαν πεποίηται, λέγων αὐτὴν Χριστιανὴν εἶναι. Καὶ ἡ μὲν βιβλίδιόν σοι τῷ αὐτοκράτορι ἀναδέδωκε, πρότερον συγχωρηθῆναι αὐτῇ διοικήσασθαι τὰ ἑαυτῆς ἀξιοῦσα, ἔπειτα ἀπολογήσασθαι περὶ τοῦ κατηγορήματος μετὰ τὴν τῶν πραγμάτων αὐτῆς διοίκησιν, καὶ συνεχώρησας τοῦτο. Ὁ δὲ ταύτης ποτὲ ἀνήρ, πρὸς ἐκείνην μὲν μὴ δυνάμενος τανῦν ἔτι λέγειν, πρὸς Πτολεμαῖόν τινα, ὃν Οὔρβικος ἐκαλέσατο, διδάσκαλον ἐκείνης τῶν Χριστιανῶν μαθημάτων γενόμενον ἐτράπετο διὰ τοῦδε τοῦ τρόπου. Ἑκατόνταρχον εἰς δεσμὰ ἐμβαλόντα τὸν Πτολεμαῖον, φίλον αὐτῷ ὑπάρχοντα, ἔπεισε λαβέσθαι τοῦ Πτολεμαίου καὶ ἀνερωτῆσαι, εἰ, αὐτὸ τοῦτο μόνον, Χριστιανός ἐστι. Καὶ τὸν Πτολεμαῖον, φιλαλήθη ἀλλ᾿ οὐκ ἀπατηλὸν οὐδὲ ψευδολόγον τὴν γνώμην ὄντα, ὁμολογήσαντα ἑαυτὸν εἶναι Χριστιανόν, ἐν δεσμοῖς γενέσθαι ὁ ἑκατόνταρχος πεποίηκε, καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἐκολάσατο. Τελευταῖον δέ, ὅτε ἐπὶ Οὔρβικον ἤχθη ὁ ἄνθρωπος, ὁμοίως αὐτὸ τοῦτο μόνον ἐξητάσθη, εἰ εἴη Χριστιανός. Καὶ πάλιν, τὰ καλὰ ἑαυτῷ συνεπιστάμενος διὰ τὴν ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ διδαχήν, τὸ διδασκάλιον τῆς θείας ἀρετῆς ὡμολόγησεν. Ὁ γὰρ ἀρνούμενος ὁτιοῦν ἢ κατεγνωκὼς τοῦ πράγματος ἔξαρνος γίνεται, ἢ ἑαυτὸν ἀνάξιον ἐπιστάμενος καὶ ἀλλότριον τοῦ πράγματος τὴν ὁμολογίαν φεύγει· ὧν οὐδὲν πρόσεστι τῷ ἀληθινῷ Χριστιανῷ. Καὶ τοῦ Οὐρβίκου κελεύσαντος αὐτὸν ἀπαχθῆναι, Λούκιός τις, καὶ αὐτὸς ὢν Χριστιανός, ὁρῶν τὴν ἀλόγως οὕτω γενομένην κρίσιν, πρὸς τὸν Οὔρβικον ἔφη· Τίς ἡ αἰτία, τοῦ μήτε μοιχὸν μήτε πόρνον μήτε ἀνδροφόνον μήτε λωποδύτην μήτε ἅρπαγα μήτε ἁπλῶς ἀδίκημά τι πράξαντα ἐλεγχόμενον, ὀνόματος δὲ Χριστιανοῦ προσωνυμίαν ὁμολογοῦντα τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ἐκολάσω; Οὐ πρέποντα Εὐσεβεῖ αὐτοκράτορι οὐδὲ φιλοσόφῳ Καίσαρος παιδὶ οὐδὲ τῇ ἱερᾷ συγκλήτῳ κρίνεις, ὦ Οὔρβικε. Καὶ ὃς οὐδὲν ἄλλο ἀποκρινάμενος καὶ πρὸς τὸν Λούκιον ἔφη· Δοκεῖς μοι καὶ σὺ εἶναι τοιοῦτος. Καὶ τοῦ Λουκίου φήσαντος· Μάλιστα, πάλιν καὶ αὐτὸν ἀπαχθῆναι ἐκέλευσεν. Ὁ δὲ καὶ χάριν εἰδέναι ὡμολόγει, πονηρῶν δεσποτῶν τῶν τοιούτων ἀπηλλάχθαι γινώσκων καὶ πρὸς τὸν πατέρα καὶ βασιλέα τῶν οὐρανῶν πορεύεσθαι. Καὶ ἄλλος δὲ τρίτος ἐπελθὼν κολασθῆναι προσετιμήθη.